H διαδρομή της καριέρας του Τιμ Μπέρτον θα ήταν από μόνη της ένα συναρπαστικό θέμα ταινίας κι ενώ είναι μάλλον δεδομένο και κοινά αποδεκτό πως ποτέ δε θα μπορέσει να ξαναφτάξει τα επίπεδα εφευρετικότητας και επιδραστικότητας της πρώτης του περιόδου (με τα κλασικά του φιλμ όπως ο “Ψαλιδοχέρης”, το “Εντ Γουντ”, ο “Σκαθαροζούμης” και φυσικά το “Batman Returns”), έχει ενδιαφέρον το πώς μοιάζει να έχει ανακαλύψει ένα νέο πεδίο συναισθηματικής εκτόνωσης ακόμα και μέσα από έργα ανάθεσης ή φαινομενικά τυπικών οσκαρικών προδιαγραφών. Ή, τώρα, σε μια ακόμα αναβίωση κλασικού φιλμ κινουμένων σχεδίων της Disney, σε live action εκδοχή. Σε αντίθεση με τι φρικαλέα “Αλίκη” του όμως, το “Ντάμπο” είναι γλυκό, ευχάριστο και, απρόσμενα, ειλικρινές.

Η ιστορία γνωστή- στο πρώτο μέρος του φιλμ ο Μπέρτον παραμένει απόλυτα πιστός στο αρχικό υλικό του κλασικού έργου κινουμένων σχεδίων (με την προφανή εξαίρεση κάποιων φυλετικά ευαίσθητων σημείων), αφηγούμενος με διασκεδαστικό, αν και όχι συνταρακτικά παθιασμένο τρόπο, την ιστορία ενός μωρού ελέφαντα με τεράστια αυτιά που του επιτρέπουν να πετάει, ολοκληρώνοντας την διαδρομή από περιθωριοποιημένο φρικιό σε σταρ. Εκεί είναι που βρίσκει και το πάτημά του ο σκηνοθέτης καδράροντας συχνά-πυκνά το στόρι μέσα από τα μάτια του Ντάμπο σε ένα εμφανή παραλληλισμό με τον εαυτό του (ένα outsider φρικιό από το οποίο ο κόσμος περιμένει ένα, και μόνο, “αξιοπερίεργο” πράγμα) προτού εξελιχθεί σε μια οριακή καρτούν πολεμική στο δεύτερο μέρος.

Με την εισαγωγή των χαρακτήρων του Μάικλ Κίτον (διασκεδαστικά over the top Μπερτονικός villain) και της Εύα Γκριν (…Εύα Γκριν) η ιστορία μεταφέρεται σε ένα απολαυστικά meta στάδιο στο οποίο ο Μπέρτον τα βάζει με την ίδια τη Disney και την εργοστασιακή της αντι-καλλιτεχνική λογική, κατά την οποία κάθε τι μοναδικό και αυθεντικό μετατρέπεται σε brand. “Έχετε δει μέχρι και σπίτι να πετάει, αλλά δεν έχετε δει αυτό”, ακούγεται σε μια στιγμή, ατάκα που επιβεβαιώνει το επίπεδο συμβολικότητας της ιστορίας, την οποία ο Μπέρτον -μαζί με το καστ και το συνεργείο των αγαπημένων του φρικιών- ακολουθεί θριαμβευτικά και συναισθηματικά μέχρι τέλους.

Στο αδικημένο “Big Eyes” η Έιμι Άνταμς έπαιζε μια ζωγράφο ουσιαστικά φυλακισμένη από τον σλάπστικ villain, ατάλαντο σύζυγό της σε μια γωνιά του σπιτιού της, εξαναγκασμένη να παράγει αμέτρητες παραλλαγές του στυλ που την έκανε διάσημη. Ως άλλος Μπέρτον σε σχέση εξάρτησης και εκμετάλλευσης με ένα αδηφάγο entertainment σύστημα, η Άνταμς καλείται να φτιάξει “κι άλλα από αυτά με τα μεγάλα μάτια που αρέσουν στον κόσμο” με τον ίδιο τρόπο που ο Ντάμπο πρέπει απλώς “να κάνει 4-5 γύρους με τα μεγάλα του αυτιά για να μπορέσουμε να φύγουμε από δω μέσα”. Το “Ντάμπο” είναι, ναι, ένα κυνικής σύλληψης κατασκεύασμα, με τη Disney να κανιβαλίζει το παρελθόν της για τη σιγουριά των εκτυπωμένων εισιτηρίων, ζητώντας από έναν καλλιτέχνη σαν τον Μπέρτον να φτιάξει “κι άλλα από αυτά με τα μεγάλα μάτια”. Το έργο του δεν είναι επαναστατικό, αλλά κάπου ανάμεσα στην προσωπική σύνδεση, τη συγκινητική ιστορία επιβίωσης και εύρεσης μιας ειλικρινούς προσωπικότητας μέσα σε ένα corporate τσίρκο, και στην παρέλαση πανέμορφων αναφορών στο ένδοξο και θριαμβευτικό animation παρελθόν (η σεκάνς με τους ροζ ελέφαντες είναι απίστευτα όμορφη), ο Μπέρτον καταφέρνει να νοιαστεί, και να σε πείσει να νοιαστείς κι εσύ.

0 0 vote
Article Rating

menclinic

Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments